Γιώργος Παναγιωτίδης

365

Έφαγε του σκασμού. Είχε παραλάβει φαγητό της μαμάς από το χωριό. Έχασε το σκύλο του. Έκλαψε. Έψαξε στο διαδίκτυο. Βρήκε εικόνες του χωριού του. 365. Πλήρωσε την τελευταία δόση του καταναλωτικού δανείου. Δεν το γιόρτασε. Ζήτησε από την Ελένη να τον συγχωρέσει. Στο ζαχαροπλαστείο της γωνίας. 328. Αγόρασε παυσίπονα, αναλγητικά και βιταμίνες. Για να βρίσκονται. Βρίστηκε με κάποιον άγνωστο για μια θέση στάθμευσης. Πάρκαρε αλλού. 268. Έκλεισε ραντεβού με τον οδοντίατρο, την επόμενη Δευτέρα, για το σφράγισμα που έχασε. Δεν θα πάει τελικά. Το βράδυ βγήκε με φίλους. Επιτέλους είδε και τον Δημήτρη ύστερα από δύο χρόνια. Του είπε «α να χαθείς, κωλόπαιδο». 245. Κατέθεσε το ενοίκιο στην τράπεζα, πλήρωσε και τον λογαριασμό του ηλεκτρικού. Τον έτρωγε το κεφάλι του. Πάλι πιτυρίδα. 212. Ο προϊστάμενος προσωπικού τον απείλησε, γιατί δεν εξυπηρέτησε σωστά τον πελάτη που ήθελε να μάθει αναλυτικά τις διαφορές των δύο συσκευών. Του απάντησε «έχετε δίκιο, κύριε προϊστάμενε». 186. Δεν κατάφερε να κοιμηθεί, όλο το βράδυ άλλαζε κανάλια και σερφάριζε ταυτόχρονα στο διαδίκτυο. Κυνήγησε και μια μύγα. Δεν τη σκότωσε. 143. Πλήρωσε τα ασφάλιστρα του αυτοκινήτου. Μίλησε στο τηλέφωνο με την Άννα, που είχαν δουλέψει μαζί δύο χρόνια. Του είπε «χώρισα με τον Σταμάτη, με χτυπούσε». 126. Ξόδεψε ένα μισθό στο σούπερ μάρκετ, να έχει να τρώει, δεν προλαβαίνει και βαριέται να μαγειρεύει. Σφουγγάρισε με ξύδι και σαπούνι το καθιστικό. Το μισό. 99. Κόλλησε τις σόλες των καφέ παπουτσιών του. Η κόλλα στιγμής κόλλησε και στα δάχτυλά του. Ξεφύλλισε την ποιητική συλλογή του φίλου του, του Βασίλη, την είχε παραπεταμένη καμιά δεκαριά μήνες. Τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε με όρεξη σεξουαλική. 75. Η κυρία Τασία, που μένει από πάνω, πάλι κάνει φασαρία. Γενική καθαριότητα. Ο άντρας της ρίχνει γαμοσταυρίδια. Περπάτησε στην πόλη, χωρίς σκοπό, κάπνισε δώδεκα τσιγάρα. Ένα ήταν τσακισμένο, το πέταξε. Έκοψε δρόμο κι επέστρεψε άρον άρον, επειδή πείνασε. 52.  Αγόρασε σε προσφορά δύο πουκάμισα για τη δουλειά. Ένα ροζ κι ένα γαλάζιο. Κοίταξε φωτογραφίες της παιδικής του ηλικίας. Το άλμπουμ ήταν πεταμένο στην ντουλάπα του χολ, εκεί που έβαλε τα πουκάμισα. 35. Ο προϊστάμενος του πρότεινε μειωμένο μισθό προκειμένου να μην απολυθεί. Δέχτηκε ευγενικά. Ένα πακέτο ρύζι του χύθηκε στο πάτωμα. Το μάζεψε με τα χέρια και το έβρασε. Ξέχασε το κοτόπουλο παγωμένο. 12. Έλαβε ταχυδρομικά το δίπλωμα του σεμιναρίου που παρακολουθούσε τους τελευταίους οκτώ μήνες. Επιδοτούμενο. Νοίκιασε το διπλανό διαμέρισμα μια νοσοκόμα. Άνεργη. Δεν του ζήτησε ζάχαρη. 2. Μπήκε στο σπίτι του. Κουρασμένος. Προχωρώντας προς τον καναπέ του, σταμάτησε η καρδιά του. Σωριάστηκε στο πάτωμα. 0.


 

Το φαιοπράσινο πλήθος

Α.

Υπήρξε ένα πλήθος που άρχιζε κι ερχόταν. Ένα πλήθος σε συσσώρευση κι αρσενικό. Ερχόταν για να έρθει. Ήταν ένα στενόχωρο απόγευμα μοιρασμένο. Ένα μεγάλο διαμπερές απόγευμα που ερχόταν. Το απόγευμα περιβαλλόταν από άλλο απόγευμα και περιέβαλλε ένα άλλο. Όμως ήταν μοιρασμένο και σαν εξόριστο από το τοπίο. Ήταν ένα απόγευμα γεμάτο από τον εαυτό του και ήρθε. Ο ερχομός του ακούστηκε. Ήχος από βήματα και μια πύλη σιδερένια ακούστηκε. Το πλήθος έβγαλε τα ρούχα του και γυμνό ξεδίπλωσε καινούρια ρούχα που ήταν σκληρά και τρίζανε. Είχαν ένα μεγάλο άρτιο αριθμό από τσέπες. Το πλήθος ασχολήθηκε μ’ αυτές κι οι τσέπες τρίξανε.

Β.

Υπήρξε μια αντιστοιχία με δίσκους από αλουμίνιο. Σε κάθε δίσκο ένας δύσκολος αριθμός μπουκιές. Το πλήθος έσκυψε στις μπουκιές κι οι μπουκιές το χλεύαζαν. Ήταν μπουκιές απόγευμα και είχαν πολύ λάδι κι ένα φρούτο δίπλα τους σχεδόν σάπιο. Έφαγε τις μπουκιές που ήταν κόμπους κόμπους σαν καθίζηση μέσα του και πήγε τους δίσκους εκεί όπου περίμεναν μερικοί άγνωστοι και τους άφησε στο νερό. Ήταν ένα πλήθος όλο μαζί και γι’ αυτό μεταξύ του γνωστό. Ήχος από αλουμίνιο το συνόδευσε και βάδισε. Υπήρξε μια αντιστοιχία με κρεβάτια. Βάδισε και συνάντησε από ένα κρεβάτι. Κάθε καινούριο κρεβάτι είχε ένα ακόμα κρεβάτι. Το κάτω κρεβάτι είχε ένα ακόμα πάνω του. Το πάνω κρεβάτι είχε ένα ακόμα κάτω του. Τότε το πλήθος διαπίστωσε καινούριες συγγένειες. Δειχνόταν μεταξύ του. Εσύ είσαι το πάνω μου κρεβάτι, εσύ το κάτω μου κρεβάτι, εσύ το δεξιά, εσύ το αριστερά.

Απόσπασμα

Artwork: Konstantin Kacev

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη δημιουργική γραφή, είναι υποψήφιος διδάκτορας του ΜΠΣ «Δημιουργική Γραφή», του Παν/μίου Δυτικής Μακεδονίας, του οποίου και είναι διδάσκων – συνεργάτης. Διδάσκει δημιουργική γραφή από το 2009. Συντάχτηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό «Μανδραγόρας» για μια δεκαετία, έως το 2005, απ’ όπου παρουσίασε κυρίως ποιητές. Το ίδιο έκανε και στο Συμπόσιο Ποίησης του Πανεπιστημίου Πατρών. Από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας» εξέδωσε τρεις ποιητικές συνθέσεις, Ρύνια, α΄ έκδοση το 1985 και β΄ έκδοση το 2002, Τα όντα εκεί και Ονόματα μόνΟ υπό τον τίτλο Τα δύο όλα το 1996 και Δι’ οδών το 2002. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ερώτων και Αοράτων (Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω του 2008) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το 2007. Επίσης από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης», κυκλοφόρησαν οι ποιητικές του συλλογές Ομορφιές αφόρητες το 2012 και Κύμα άλμα το 2014, καθώς και το βιβλίο του Γιώργος Σεφέρης – Βίος και παρωδία το 2014. Κείμενά του υπάρχουν σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά,  σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά  καθώς και στο blog του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Γράφει σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Ιστοσελίδα: http://www.yiorgospanayiotidis.com/

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s