Ευσταθία Ματζαρίδου

Ένας κόμπος όλα

Πετάγομαι απ’ τον ύπνο, αρπάζω την κουβέρτα και σκεπάζω την κοιλιά μου, η μάνα μου στη γωνιά με το μαχαίρι, έτοιμη να μου επιτεθεί, μη, της λέω, μη, άφησέ με, ανάβω το φως για να την εξαφανίσω, και κάθομαι στο κρεβάτι, μουσκεμένη και τρομοκρατημένη, σαν να είχα εκτεθεί με τις ώρες σε μπόρα και να έτρεχα προσπαθώντας να ξεφύγω απ’ τις αστραπές. Πρέπει να ξεφορτωθώ τη μάνα μου, να την εξοντώσω, να της συμβεί κάτι, μέχρι να γεννήσω, να της συμβεί κάτι και να μη χρειάζεται τότε να αποκρύψω τίποτα· αν πεθάνει η μάνα μου, αν της συμβεί κάτι ξαφνικό και τελεσίδικο, θα μπορώ να αντιμετωπίσω τα πάντα. Αλλά δεν μπορεί, σκέφτομαι, ένας γερός άνθρωπος να πεθάνει ξαφνικά, και να τη σκοτώσω δεν μπορώ, δε μένουμε μαζί, αν μέναμε μαζί, θα της έδινα κάτι να πιει, κάτι να φάει, αν την καλέσω, σκέφτομαι, και με δει με την κοιλιά κι αρχίσει τις φωνές, τότε θα μπορούσα να το κάνω… Και σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι, ευχαριστημένη που θα τη σκοτώσω εγώ κι όχι αυτή, όπως στο όνειρο, κι ανοίγω τα παντζούρια, ανοίγω τα παράθυρα, το πρωινό χαράζει, ο ήλιος κοκκινίζει τα πάντα και με ξεθολώνει, αναστενάζω βαθιά και παρακαλάω να μην έρθουν πια άλλα τέτοια όνειρα, να μην κάνω πια τέτοιες σκέψεις, και μεμιάς μου έρχονται στο νου πάλι οι μέρες, που, όσο λιγοστεύουν, τόσο η μάνα μου με πλησιάζει, έρχεται καταπάνω μου σαν μια τεράστια γιγαντοοθόνη και πιάνει όλο τον τοίχο, κι εγώ μικραίνω και κλείνω τα μάτια, όρθια στο μπαλκόνι, κλείνω τα μάτια και εναλλάσσονται οι μορφές του αδελφού μου και της μάνας μου, πάνε κι έρχονται, είμαι σ’ ένα καρουζέλ και περνάω διαρκώς από μπροστά τους, και το καρουζέλ γυρίζει γρήγορα και περνάω διαρκώς από μπροστά τους, απ’ τον αδελφό μου κι απ’ τη μάνα μου, απ’ τη μάνα μου κι απ’ τον αδελφό μου. Αν σταματούσε το καρουζέλ, σκέφτομαι, αν σταματούσε σ’ ένα σημείο όπου δε θα τους βλέπω, θα δω τη ζωή μου σαν ένα τμήμα της διαδρομής, όπου δεν τους βλέπω και δεν έχουν εικόνες απ’ τη ζωή μου, είμαι σταματημένη απ’ την άλλη πλευρά και τους έχω γυρισμένη την πλάτη. Και η εικόνα του σταματημένου καρουζέλ με ηρεμεί, γιατί, αν η μάνα μου για ένα διάστημα χάσει την εικόνα της ζωής μου, μπορεί να της είναι κι αδιάφορο αν εμφανιστώ έπειτα από καιρό, κι έχει αλλάξει η εικόνα μου που ήξερε, πριν από το σταμάτημα του καρουζέλ.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ένας κόμπος όλα

Τα ρούχα

Ο σκοπός του ταξιδιού μας στο Λονδίνο δεν ήταν, λοιπόν, τα μουσεία και τα παλάτια αλλά η κατασκευή εκείνων των παπουτσιών. Ένα εργαστήριο παπουτσιών για λόρδους, όλο το μαγαζί εξωτερικά έδινε την εντύπωση ότι ήταν από καλογυαλισμένο, λουστραρισμένο δέρμα, ένα βαθύ σοκολατί δέρμα, περβάζια, κάσες παραθύρων, εξώπορτα, πόμολα, όπως και τα μαλλιά των τεχνιτών ή οι αντίστοιχες φαλάκρες τους ήταν όλα γυαλισμένα, είχαν όλα λουστραριστεί για να διαφημίσουν το προϊόν τους, καθόμασταν σε δερμάτινες αγγλικές πολυθρόνες, επίσημοι καλεσμένοι για τσάι, οι υπάλληλοι πηγαινοέρχονταν αθόρυβα, παχιά περσικά χαλιά απορροφούσαν πατημασιές από βαριά παπούτσια,  το κατάστημα διακριτικά φωτισμένο, για να τονίζεται η γυαλάδα των παπουτσιών, ο πρώτος υπάλληλος, δεν θα μπορούσα να πω τεχνίτης, δεν ταιριάζει σε έναν γραβατοφορεμένο, ο πρώτος σε συνόδεψε να διαλέξεις τα καλαπόδι, ο δεύτερος έπιασε το πόδι σου με ευλάβεια και πήρε τις διαστάσεις του, φάρδος κουντεπιέ, δαχτύλων και αστραγάλου, ναι, ακόμη και τον αστράγαλό σου μέτρησε και σου έδειχνε ένα ένα τα δέρματα από μοσχάρι κι από κατσίκι κι άλλα εξωτικά δέρματα, και παρέλαυναν τότε από μπροστά μου όλα τα μοσχάρια και τα κατσίκια των παιδικών μου χρόνων, ολόκληροι στάβλοι με μοσχάρια, με τα μουγκρητά τους και τις μυρωδιές τους, κι ο υπάλληλος εμπλούτιζε διαρκώς τις περιγραφές του με πληροφορίες παπουτσιών, ήξερε όλη την ιστορία των παπουτσιών, κι έτσι όπως ήταν στητός κι ανέκφραστος σαν μούμια, είχα την αίσθηση ότι ήταν χιλιάδων ετών κι ότι είχε ζήσει όλη την ιστορία του παπουτσιού, κι όταν είπε για το αρχαιότερο παπούτσι, που ήταν πιθανότητα το μοκασίνι των ινδιάνων (15000 χρόνια πριν), φτιαγμένο από δέρμα και οπλές ζαρκαδιών και φιδιών, εγώ σκέφτηκα τους παππούδες μου, που φορούσαν τσαρούχια από δέρμα γουρουνιών, κι ότι αυτά ήταν ακόμη κρεμασμένα στην αποθήκη του πατρικού μου, χειροποίητα γουρουνίσια τσαρούχια, κρεμασμένα στον τοίχο, και μου ήρθε μια μπόχα αποθήκης με όλα τα πολυκαιρισμένα πράγματα, ανάμειχτη με μυρωδιά ποντικιού και σιτηρών, που δεν είχε καμιά σχέση με τη μυρωδιά του μαγαζιού, κι αναρωτιόμουν τότε πώς εγώ μ’ αυτούς τους προγόνους και μ’ αυτή τη μνήμη των οσμών βρέθηκα στην 9 St James’s street, σ’ αυτό το μαγαζί, που έλεγες ότι κατασκεύαζε κι ο Λόρδος Βύρωνας τα παπούτσια του, να παρίσταμαι στην κατασκευή των παπουτσιών σου, και ήθελα να τον ρωτήσω, τσαρούχια κάνετε, γουρουνίσια τσαρούχια κάνετε;

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα Τα ρούχα

Artwork:Ingrid dee Magidson

H Ευσταθία Ματζαρίδου γεννήθηκε στην Ορεστιάδα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία και ψυχολογία στη Θεσσαλονίκη και στην Κολωνία. Έζησε και εργάστηκε για χρόνια στη Γερμανία. Από το 2006 ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Ένας κόμπος όλα (Μεταίχμιο, 2009).

 

 

Artwork: Ingrid dee Magidson

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s