Ιφιγένεια Σιαφάκα

Το τραγούδι του λύγκα

Κρώζοντα πουλιά πετάριζαν ήχο καλπάζοντα από το βάθος της σπηλιάς, σκοντάφτοντας το βόμβο τους σε σιωπηλό λεπίδι, βράχους παλιούς, όπου δεν έπαυε η θάλασσα οδυνηρά να τρίβεται, το τύμπανο του αυτιού του να ξεσκίζει. Σιγή μετά. Ώσπου γλιστρήματα σκιών ιλιγγιώδη τσάκισαν τις φτερούγες τους με πάταγο –τινάχτηκε το αγόρι–, έτσι όπως ρίχτηκαν στα μάτια του τυφλές απ’ το πολύ το φως, αλλά δεν ήταν νυχτερίδες. Το τύμπανό του ξεσκιζόταν. Ένιωσε τότε σαν βελούδο στο λοβό μια άχνα παγωμένη, πριν γέλιο γυναίκας τσακισμένο. Γύρισε, είδε. Στόμα. Όχι στόμα, ήξερε ότι δεν, αλλά ένιωθε ότι ήταν στόμα, γι’ αυτό και άπλωσε τα παιδικά του χέρια να το αγγίξει δίχως να φοβάται, δόντια δεν έβλεπε άλλωστε ούτε χείλη, ήχος δασύς από ανάσα ακουγόταν μόνο. Κίνησε, άπλωσε αργά τα μπλε βαμβακερά χεράκια, με τους πορτοκαλιούς αρκούδους, που έπιναν γάλα στο κρεβάτι, το στόμα να θωπεύσει, μαζί νωχελικά να αγαπηθούνε. Δεν πρόλαβε όμως. Λιγνά, αποσπασμένα, λιωμένα ή σε αποσύνθεση κομμάτια είδε να αιωρούνται τα χεράκια, οι αρκούδοι, κι άκουσε κρότο απόκοσμο σαν κούτσουρο που γλείφεται βαρύ, ανασκουμπώνεται στις φλόγες, ξερνώντας τέφρα απ’ την κοιλιά του. Ένιωσε τέτοιο το κορμί του, έπειτα εκτοξεύτηκε, έγινε όλο το αγόρι ένα ααααααα, κι όλο κουτρουβαλούσε, ζαλάδα χυμένη σε πηγάδι. Σε ατέρμονο σκοτάδι το αγόρι, μακροσυρτούσε ο φθόγγος• ένιωσε τότε τη γλώσσα να γυρίζει προς τα πίσω, ήχος στιλπνής λεπίδας έγδερνε το λαρύγγι, μέταλλο αργόσυρτο που βούλιαζε μες σε παχιά σκουριά, ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει. Δεν έβρισκε όμως φθόγγους, τίποτε, σαν να ’τανε κομμένο από μάνα, από γλώσσα, σκεφτόταν μόνο «Ιάσονας, Ιάσονας, Ιάσονας». Και μόλις αποτέλειωσε το όνομα, είδε ένα σώμα να κινείται, ντυμένο το ρούχο με τα πορτοκαλιά αρκουδάκια, να φεύγει με την πλάτη γυρισμένη, το σώμα το δικό του. «Μη!» φώναξε ο Ιάσονας. Άφραστη ύλη λεκτική έγινε μόνο «μη», και τίποτε άλλο. Και τότε γύρισε το σώμα, αλλά είχε λαθέψει το αγόρι, δεν ήταν το δικό του, ήτανε ζώου σώμα. Λύγκα σαρκοβόρου. Πετάχτηκε απ’ τον ύπνο, χιονιάς αφράτος ξεχύθηκε απ’ την τρύπα και κάθισε στις μπούκλες, στο διάβα του σκουντούφλαγε τ’ αγόρι τρόμο και πούπουλα απ’ το ξεκοιλιασμένο ρούχο. Πήγε και το ’κλεψε το βράδυ εκείνο. Βγήκε απ’ την τρύπα κι έκλεψε ό,τι του ήταν αναγκαίο για το ταξίδι που ετοίμαζε –πότε δεν ήξερε–, το δόντι του πατέρα-καρχαρία, άσημο κλοπιμαίο, πλαστικές ίνες σκούπας εγχειρισμένης και φτηνής, τρίαινας όμως.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Το τραγούδι του λύγκα

H καρέκλα είναι τρύπια (ασκήσεις γύρω από μια τρύπα)

3η άσκηση

O κύριος Μπιφ αυτήν τη στιγμή διασχίζει την οδό Χολ, συγκεκριμένα περπατάει μπρος από ένα σπίτι με λευκά ξύλινα παράθυρα, που κατεδαφίστηκε προσφάτως. Σχεδόν παραπατάει απ’ το βάρος και τη θλίψη, διότι κουβαλάει στα χέρια του την Τσέρυ, την καρέκλα του. Ο ίδιος έχει κατακράτηση υγρών και νεύρα κλονισμένα. Σήμερα βρέχει, ενώ, τον προηγούμενο χειμώνα, στο οίκημα με τα λευκά παράθυρα, ανιχνεύθηκε από τον οικογενειακό γιατρό μία σοβαρή δυσλειτουργία των νεφρών, που δεν ανησύχησε κανέναν. Η καρέκλα του έχει έναν κίτρινο λεκέ και μία τρύπα στο κέντρο, ακριβώς εκεί όπου παλιά ο κύριος Μπιφ ευλαβικά εναπόθετε τα «Απομνημονεύματα του σκύλου του κυρίου Φ.» και όλες τις ελπίδες για μια γενναία αποζημίωση, που θα οφειλόταν στην προσήλωση που είχε επιδείξει προς την οικογένεια των Λοχ, οι οποίοι είναι πλέον όλοι μακαρίτες, ενώ τολμήσανε εν ζωή και υπήρξαν ανελλιπώς πεθερικά του. Η γρια-Λοχ πρόσφατα απεβίωσε στον ύπνο της, δικαίως, λόγω ηλικίας, κι ο κύριος Μπιφ την έθαψε, για να κληρονομήσει μόνο μια καρέκλα. Εάν το γνώριζε, δε θα την έθαβε καθόλου, διότι η καρέκλα είναι τρύπια, ο κύριος Μπιφ έχει δυο βρόμικα νεφρά, η ώρα πάει τρεις και όλα σκοτεινιάζουν, χρωστάει πέντε νοίκια, έχει καταλήξει στο νούμερο 8 της οδού Χολ, που διασχίζει, και η πόρτα δεν ανοίγει. Κανονικά ο κύριος Μπιφ μένει στην οδό Χολ στο νούμερο 7, σήμερα βρέχει και έπρεπε να κληρονομήσει περισσότερα.απόσπασμα.

Από τη συλλογή αφηγημάτων Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες

Artwork:Ingrid dee Magidson

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Από τις εκδόσεις «Γρηγόρη» κυκλοφορούν βιβλία απευθυνόμενα σε σπουδαστές και εκπαιδευτικούς. Έχει εκδώσει επίσης: Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Γρηγόρης, 2000), Το τραγούδι του λύγκα (Γρηγόρης, 2011, μυθιστόρημα), Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, αφηΓηματα αναΔρομων πΛεξεων (Αrs Poetica, 2013), Μετάlipsi (Γρηγόρης, 2015, ποίηση σε πρόζα). Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation (Eκδόσεις Θράκα, 2016). Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ζει στις Βρυξέλλες.

Ιστοσελίδα: Ενύπνια ψιχίων – https://ifigeneiasiafaka.com

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s