Μαρία Μανδάλου

ΤΡΥΓΙΑ
Καύσωνος άλως
σ’ αυτή την πόλη εκφορά
με λιγοστούς διαβάτες
κι άλλους θαμώνες ευσεβείς
να πολιτεύονται τσιτάτα
παράπλευρες ανατιμήσεις
και νομοδιαγράμματα
σε πλήθουσα αντιφωνία

Η Α. κάθεται στης Ρ. το μαγαζί
κι ένα μικρούλι λαμπραντόρ
βυζαίνει κι ονειρεύεται
χορτάτα μεσημέρια

Η Α. με λάβρο τατουάζ
βαμμένα ωκεανούς τα νύχια της
στρίβει τσιγάρο θεραπευτικό
κι η Ρ. σκιτσάρει αόμματους
Αγγέλους σε ξύλο ματ
δίχως κοχύλια η χαίτη τους
την ώρα που μωρά παρθένα
θωπεύει αλισάχνη το κορμί της

Η μια πλαγιά του κείτεται
βουβή σε πονηρή σκοπιά
γινατωμένη
η άλλη άκριτη Παντάνασσα
μέσα σε ασημιές μπογιές
και ραβασάκια
ανωνύμων εραστών
στο λουλάκι

Ψηλά ο βόμβος των καναντέρ
κι ένα ρολόι κόκορας
τελαλίζει τις ώρες
στου παραθεριστή το ντιβάνι
Δέκα λεπτά ξημέρωσε
ακριβότερος ο καφές,
η ζάχαρη τ’ αλάτι και τα σπίρτα

Παγώνουν ευθαλείς οι στίχοι μου
στου Χρόνου τη σκιά
Ύβρεως δούρειο δόλωμα
στ’ απόβλητα της απουσίας σου

Ιούλιος αιμάκτης…

SMOOTHIES
Νεόπλασμα αλκίνοο
λικνίζεται σε όξινη βιτρίνα
μεσημεράκι Κυριακής
που βγαίνουν τσάρκα
παραμάνες και μωρά ροδακινιά,
εύμορφοι τσαλαπετεινοί
κι άλλα του σύμπαντος πτηνά,
«με σείστρα και με κρόταλα»,
βαμμένα στο λουλάκι

Με ονειράκια σκηνικά, με μπύρες
και με συφορές του κουταλιού,
νοικοκυραίοι σεβαστοί ανταλλάσσουν
απλόχερα τσιτάτα αμβροσίας

Λάμνουν σε φως ευρύλυπο
οι μικροπωλητές και οι τουρίστες

Στου ορίζοντα την άγονη γραμμή,
άρματα μεταγωγικά
αμπώχνουν σε τυφλό βυθό
στίφη αμάχων έκτροπα
με τατουάζ παραλλαγής,
ανάρμοστους τυρβάζοντες
και κάτι ξέμπαρκους της εκδρομής,
μάρτυρες γλαφυρούς
των πρωτοσέλιδων, άλλως ειπείν,
των χλιβερών ετούτων εγκοσμίων…

Ψυχολαγνεία: ό,τι με δένει στη σιωπή εγώ το δίνω στην οδύνη.

Έτσι ξερνάω λόγια στο χαρτί, λογάκια εκτοσχρόνου
Εγώ, που ονειρεύτηκα τις μέρες μου δαιμονικές,
τα μέλλοντα εικότα

Αγγίζοντας την ξένη σάρκα,
της άφεσης απόηχος
στα διαλείμματα της ύπαρξης
–πληγή που ανανήπτει

Μια κάλτσα ξηλωμένη στον αστράγαλο αλίσκεται
Μαντήλα χειμέρια στενάζει τύψεις ελεούσες
ξεκοιλιασμένα χνώτα στον ανύποπτο τέντζερη
ένα χάδι μια ντομάτα στα δυο ψωμοτύρι και ρίγανη

Η αλεγρία των ψυχών ως θυσιάζονται στη νόστω

Δακρύζει πλάι σου, τον κρυφακούς που λερώνει
την υγραμένη παράδοση φυσώντας μύξες στο χαρτί αντωνυμίες
κι άλλος τσουγκρίζει στην απώλεια υποδηλώνοντας οράματα
Ωστόσο, τα πιρούνια μακελεύουν εκδίκηση
και στο πλευρό αιμορραγούν ευχές κοτυληδόνες,
ο καθείς και η γη του, ψίχουλα στο τραπέζι,
αποικίες αισθημάτων σε άδηλη αμεριμνησία

Αυτόχθονες θεοί χειμάζουν στα παράστατα

Αρμενίζοντας σε όρμους χοϊκούς
εκστασιάζομαι στην αρετή,
ναυαγός ή στυλίτης

Παλιοί καημοί
μ’ οργώνουνε,
σαρκόφυλλα σημάδια

Σφαδάζω χημικές οπτασίες

 

Η Μαρία Μανδάλου κατάγεται από τη Φωκίδα. Μεταφράστρια και διερμηνέας συνεδρίων, ζει και εργάζεται στην Ισπανία από το 1992. Ποιήματά της εμφανίζονταν τακτικά και επί σειρά ετών (1985-2000) στο περιοδικό Τετράμηνα, ενώ πήρε μέρος σε δύο συλλογικές εκδόσεις ισπανόφωνων ποιητών (Salamanca). Στην Ελλάδα έχει εκδώσει το βιβλίο Μεταποιητική της ενοχής και άλλα ποιήματα (Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ, 2009). Δημοσιεύει στο διαδίκτυο, συμμετείχε στους δύο συλλογικούς τόμους της ομάδας CRAFT (Γαβριηλίδης, 2013 /μικρές εκδόσεις, 2015) και ετοιμάζεται να εκδώσει τη δεύτερη ποιητική της συλλογή στα ελληνικά.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s