Ευσταθία Ματζαρίδου

Ο ποδηλάτης

Αφού ευχαριστιέται την μπύρα του, τακτοποιεί τα ψώνια και μετά ετοιμάζει το μεσημεριανό του. Τηγανίζει Wurst και πατάτες. Η μικρή κουζίνα γεμίζει λάδια, στις παλιές πιτσιλιές λαδιών προστίθενται καινούργιες, στην παλιά τσίκνα προστίθεται καινούργια, τα παράθυρα δεν ανοίγουν ποτέ, ο απορροφητήρας δεν λειτουργεί – ίσως και να λειτουργεί, αλλά δεν τον ανοίγει ποτέ. Η ταπετσαρία λόγω παλαιότητας και λόγω τηγανίσματος έχει αποκτήσει το χρώμα της τσίκνας, αν έχει χρώμα η τσίκνα. Αλλά ο J δεν βλέπει το χρώμα της ταπετσαρίας, όχι γιατί δεν βλέπουν τα μάτια του, όπως δεν ακούνε, δηλαδή, τα αυτιά του, αλλά γιατί αυτό το χρώμα τού είναι πια οικείο, όπως και η στενότητα του χώρου τού είναι οικεία, η κουζίνα που μόλις χωράει τις κινήσεις του, τις μεγάλες κινήσεις του, γιατί είναι ένας μεγαλόσωμος γέρος, όπως ήταν και ένας μεγαλόσωμος νεαρός άντρας, όταν εγκαταστάθηκε σ’ αυτό το διαμέρισμα, και ένας μεγαλόσωμος μεσήλικας στη συνέχεια. Η στενότητα του διαμερίσματος τού είναι οικεία, φιλική, του δίνει μια ασφάλεια, μια ζεστασιά, ελαχιστοποιεί τη μοναξιά του, πέφτει πάνω του σαν κουβέρτα που τον ζεσταίνει. Μια χαρά είμαι, λέει, όταν χτυπάει σε καμιά γωνία, όταν στοιβάζει τις σακούλες με τα πράγματα που αγοράζει ασταμάτητα· μια χαρά είμαι, τα πολλά τετραγωνικά θέλουν και πολλούς ανθρώπους και πολλά χρήματα. Το σπίτι του ζεσταίνεται από μόνο του, δεν ανάβει θέρμανση. Το ζεσταίνουν τα πράγματα. Το σαλόνι-κρεβατοκάμαρα ζεσταίνεται από τις στοίβες των εφημερίδων και από τις στοίβες των βιβλίων. Οι βιβλιοθήκες που περιβάλλουν το κρεβάτι του έχουν γεμίσει, έχουν παραγεμίσει, έχουν κλατάρει από το βάρος των βιβλίων, βιβλίων ιστορικών, βιβλίων για μηχανές τρένων και ατμομηχανές, και βιβλίων για γάτες και δεν ξέρει κανείς τι βιβλίων πια, γιατί, όσα είναι κάθε φορά τα ενδιαφέροντά του, τόσα είναι και τα βιβλία που αγοράζει. Τα πρώτα χρόνια που νοίκιασε, για παράδειγμα, το διαμέρισμα, είχε πάρει και μια γάτα. Ε, αγόρασε ό,τι βιβλίο υπήρχε για γάτες· βιβλία για τις ασθένειες μιας γάτας, βιβλία για τις συνήθειες μιας γάτας, τις κατάλληλες τροφές, την ψυχολογία της, τα παιχνίδια που χρειάζεται μια γάτα. Δεν μπορείς να έχεις ένα ζώο και να μην ξέρεις να το περιποιηθείς, λέει. Πέθανε η γάτα, έμειναν τα βιβλία στο πάνω ράφι. Αποχωρίστηκε τη γάτα, γιατί πέθανε, τα βιβλία όμως δεν μπορεί να τα αποχωριστεί. Τίποτα δεν μπορεί να αποχωριστεί. Ούτε τα παιχνίδια της, που είναι δεκάδες. Στο μικρό χολ, μπαίνοντας, υπάρχει ακόμη το δέντρο γάτας, ένα κοντάρι τυλιγμένο με χοντρό σχοινί, σαν παλαμάρι, για να σκαρφαλώνει η γάτα και να ακονίζει τα νύχια της· αφού δεν μπορούσε να σκαρφαλώνει σε δέντρα, ακόνιζε τα νύχια της στη μοκέτα και στην ταπετσαρία και στα μαξιλάρια του καναπέ-κρεβατιού, και της αγόρασε γι’ αυτό το λόγο και μπάλες υφασμάτινες, αλλά έμειναν κι αυτές άθιχτες, όπως κι όλα τα παιχνίδια της πίσω από την πόρτα της εισόδου, κι όλο λέει να τα δώσει στην οικογένεια του δευτέρου ορόφου που έχουν γάτα, αλλά δεν τα καταφέρνει, δεν καταφέρνει να τα αποχωριστεί. Γιατί αυτά τα παιχνίδια και αυτά τα βιβλία είναι ό,τι του απέμεινε από τη γάτα του.

Ο ποδηλάτης, νουβέλα, απόσπασμα

Artwork: Anne Siems

H Ευσταθία Ματζαρίδου γεννήθηκε στην Ορεστιάδα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία και ψυχολογία στη Θεσσαλονίκη και στην Κολωνία. Έζησε και εργάστηκε για χρόνια στη Γερμανία. Από το 2006 ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Ένας κόμπος όλα (Μεταίχμιο, 2009) και έχει συμμετάσχει στην περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου dip generation (Θράκα, 2016). Κείμενά της δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s