Σταυρούλα Δημητρίου

 

H ψυχή του καθρέφτη

Απόψε είναι η αγρυπνία της χένας. Η νύχτα θα τυλίξει μ’ ένα κόκκινο σύννεφο τα μαλλιά της. Το μακρινό λουλούδι, από έναν κήπο της Ανατολής, θα της φανερώσει απόψε τα μυστικά του ουρανού. Είδε στο καθρεφτάκι πως δεν άσπρισε, και χάρηκε…
Θυμάται απέξω την αρχαία αλχημική. Τυλίγει τα χέρια της με πανιά –σαν δίδυμες μούμιες– κι αρχίζει να περνάει στα μαλλιά της την γκριζοπράσινη αλοιφή, που όσο περνάει η νύχτα γίνεται λάσπη, ξεραίνεται, ραγίζει από μόνη της χωρίς να την αγγίξει, χωρίς να κινηθεί, και το τρίξιμό της διαπερνά όλο της το κορμί.
Κρυώνει, κλείνει το παράθυρο κι αναμετρά τις ώρες. Μια σιωπή, και τότε αρχίζουν να ηχούν τα σκουλήκια. Αυτά που συνάζονται μες στα ξύλα και τρυπανίζουν τα δοκάρια του σπιτιού. Κι απέξω κάτι ακούγεται. Σαν κάποιος να σκαλίζει μ’ ένα τσιμπιδάκι ξερά φύλλα.
Ο Άραχλος έχει ανέβει πάλι απόψε από την πέτρινη σκάλα. Στα νύχια πατώντας, πέρασε απ’ το άνοιγμα που δεν είναι ούτε πόρτα ούτε παράθυρο, πάτησε πάνω στη χοντρή πρόκα και πέρασε στο μεγάλο δοκάρι που ξεκινά απ’ το άνοιγμα και φτάνει ως τον τοίχο με το παράθυρο της Τόσκα, κρεμάστηκε από δυο μικρότερα, σταυρωτά, και ανέβηκε στο μπαλκόνι πλάι στο παράθυρο. Άλλο ένα βήμα και θα μπει απ’ το παράθυρο. Καθιστός, με την πλάτη στον τοίχο. Το μάτι του αρπαχτικό στη λάμψη του δαχτυλιδιού στο χέρι της Τόσκα. «Θα το φοράς;» που τη ρώτησε ο Ληγόργιo. «Και νεκρή…»
Μια τρεμάμενη βελόνα στ’ αφτιά του πιάνει τα κύματα της ψυχής των άλλων. Τις μυστικές φωνές, τα πιο κούφια, σκοτεινά μυστικά απ’ τις δυστυχισμένες ψυχές την ώρα που ταράζονται. Μικρός σαν ήταν, καθώς τον είχε πάρει ο ύπνος κάτω από ένα δέντρο, ήρθε ένα φίδι, μπήκε στ’ αφτί του, καθάρισε το κερί κι έχυσε mysterium φαρμάκι. Και πιάνει το λεπτολόγο αφτί του ως και τους διαλόγους των σκουληκιών, αυτών που τρώνε τα ξύλα στο σπίτι της Τόσκα. Είναι η πιο σπουδαία του εστία εκπομπής – «…δεν πέθαναν… θα… Ληγόργιo… Νούκε… κανένας… πεθάνει… Τόσκα… όλοι… δε… θα…». Και παθαίνει κρίση κι ύστερα ησυχάζει με τα μάτια κλειστά. Όταν η Τόσκα πεθάνει απ’ την μπανούκλα, θα ’ναι φαρδύ το δαχτυλίδι στα δάχτυλά της, που αιώνια θα μείνουν σταυρωμένα.
Η Τόσκα ξεπλένει τη λάσπη. Κοιτάζεται στο καθρεφτάκι. Ομορφότερη, τα μαλλιά της βαμμένα με χένα, σαν κόκκινο σύννεφο, πού και πού πορτοκαλένιο.
Δεν ακούγεται τίποτα, αλλά τα χείλια του κινούνται αδιάκοπα πίσω απ’ το γυαλί όπου κρέμεται το πορτρέτο. Τον άκουσε δεν τον άκουσε. Απόστρεψε το πρόσωπό της. Το πρωί υπήρχε άχνα από τη μέσα μεριά του γυαλιού. Ο Ιούρα ανάσαινε όλη τη νύχτα. (Συνέβη αλήθεια αυτό!)
Αυτό το μπλε φως προτού να ξημερώσει… Σαν όλα άπλαστα ή νεκρά μοιάζουν…
Μπαίνει στην κάμαρη του Νούκε. Δυο λιβελούλες σφιχταγκαλιασμένες περνούν τρεμοπετώντας πάνω από το πρόσωπο του Νούκε και κάθονται στον τοίχο απέναντι.
«Μη μου το ξυ-πνά-τε!»
Ο Νούκε σαν να βλεφάρισε.
«Νάνι, Νούκε… Νάνοι παίζουν τόπι, και το τόπι πήδηξε στον τοίχο…»
Απόψε του είπε ότι υπάρχουν κι άλλα παιδιά στον κόσμο, ήσυχα, που δεν κλαίνε.

Η ψυχή του καθρέφτη, μυθιστόρημα, απόσπασμα

Artwork: Anne Siems

Η Σταυρούλα Δημητρίου γεννήθηκε στη Θεσπρωτία. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εισήχθη το 1983 στο Δικαστικό Σώμα. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά. Εργογραφία: Ποίηση (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 1981), Στον λήγοντα των αστεριών (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2003, ποίηση), Η χώρα του κασσίτερου (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2005, μυθιστόρημα), Η ψυχή του καθρέφτη (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2009, μυθιστόρημα).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s