Κωνσταντίνος Λουκόπουλος

χελιδόνι στο πηδάλιο/ «Πορτοκαλής Ήλιος»

Ο Νέιτ δίπλωσε το χαρτοφύλακα με το νύχι και τις τσάκισε τις φωτογραφίες, ανάκατες, με τυχαία σειρά – παγώνει και η άνοιξη, σκέφτηκε, όπως και το καλοκαίρι μερικές φορές. Στα ίσαλα, το χελιδόνι έβγαζε νύχια αρπακτικού, άρπαζε τους πνεύμονες και τους κατάπινε, αφού τους γέμιζε νερό. Μετά έσερνε το κορμί της πάνω στο χιόνι, τα παγωμένα μαλλιά γλιστρούσαν πιο εύκολα, πρόσεξε. Έτσι ήταν πάντα μετά τον πνιγμό, αργά παραμέριζε τ’ αμέτρητα σαρωνικά ταξίδια. Και δεν σκεφτόταν καν να τη συντροφέψει σ’ αυτή την ερημιά. Ζεσταινόταν μέσα του, και άρχιζε να λιώνει. Αυτή συνέχιζε να τρυπάει με το σουβλί το δέρμα των άναυδων φασιανών στη μεμβράνη του στομάχου. Νύχτωνε και δεν είχε ακόμη ανάψει φωτιά. Μύριζαν τα πουλιά μέσα στη νύχτα και δεν υπήρχε φως να δραπετεύσει ο βαρύς αχός. Αυτό σκέφτηκε: το μωρό της ήταν ένας αέρας, κι ένας άλλος αέρας ήρθε και το άρπαξε, γι’ αυτό αφέθηκε στις πλάτες αυτού του δυνατού άντρα, να την ταξιδέψει σα βάρκα. Και πώς ήξερε και πέρναγε τις ξέρες με τη νοτιά, κάθε που έβρισκε μαλακά μ’ έναν γδούπο σα μωρουδίσιο κεφάλι! Συνέχεια αυτή την εικόνα έφερνε. Επειδή δεν υπήρχε γραμμή του γένους, δίχως έρωτα έλεγε, και τα παιδιά και τα τζάνερα βγαίναν κούφια στην κάψα με λευκό σαράκι.

Atocha-Bosque de los Ausentes

Η μέρα δεν με χώραγε, μια εποχή καρναβαλιού και υποκρισίας, μια εποχή μετά. Η Μαδρίτη, αγέρωχη, κατάπινε τις αποστάσεις με τις μυθικές λεωφόρους της, την έκταση των αγορών, την αποικιοκρατική της έπαρση. Παράτησα τις βαλίτσες μου στην Ατότσα, κάτω από τις σκάλες,  απέναντι απ’ το τροπικό θερμοκήπιο του συμβάντος, και όλον αυτόν τον ατμό, πηχτό απ’ τις ψυχές τους, τον κατάπια σαν μια και μόνη ψυχή, συμπυκνωμένη – Δυο αδέρφια όμοια από την Ταγγέρη με μελιά μάτια και σφιχτούς δελτοειδείς, ψηλά και ίσια σαν διάδρομοι απογείωσης. Μια λιανή φοιτήτρια με κόκκινα μάγουλα κι ένα τσουλούφι χρυσαφί, ερωτευμένη με τον Αουρελιάνο Μπουενδία.  Ένα μωρό μυρωδάτο, παιδί του ανώνυμου πλήθους· από τ’ αυτιά του εξείχαν μαδριγάλια και γύφτικος άνεμος, ένας γυπαετός το συνόδευε εκ του μακρόθεν. Μια αστή της Σαλαμάνκας με τρυφερά χέρια, τυλιγμένη μια νεκρή ζιμπελίνα. Ένας καθηγητής, ίσως ο Εδουάρδο Χοσέ, πριν από τη διάλεξη για τον Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, γιατί η ζωή είναι ένα όνειρο. Μια τσαούσα Καταλανή, που κοιμόταν σα θύελλα και ζούσε σα δελφίνι. Εμένα κι όσους αγάπησα, που πρόλαβα ή δεν πρόλαβα να γνωρίσω, με όσους συνέφαγα, συνομίλησα ή συνευρέθηκα – σύννεφο με τα εγώ μας σε παλμό και σύγκρουση με τοίχους και καμάρες. Ο μεγαλοφάνταστος Ινδαλγός Δον Κιχώτης ντε λα Μάντζα, που μου έσφιξε το χέρι, σα να ήμουν εγώ το μυθιστόρημα, ενώ αυτός υπήρχε εκεί νυν και αεί, στα σύννεφα και στα όνειρα των χλωμών ανθρώπων. – Αυτό με έκανε να αναθεωρήσω τις απόψεις μου για τη μετά θάνατον ζωή ή και για την ίδια τη ζωή δίχως ζωή. Απ’ όλον εκείνο τον ατμό, δε θυμάμαι πιο πολύ ούτε τον Γκόγια ούτε τον Πικάσο, το Πράδο, το φλαμένκο, τη ζέστη. Την Ατότσα θυμάμαι και τα 192 μικρά δέντρα.

Artwork: Ιngrid dee magidson

O Κωνσταντίνος Λουκόπουλος γεννήθηκε στην Ελευσίνα και είναι φυσικός. Ποιήματά του και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά περιοδικά, στους συλλογικούς τόμους της ομάδας CRAFT (Γαβριηλίδης, 2013 /μικρές εκδόσεις, 2015) και στον τόμο Η τέχνη του Γράφειν (Καστανιώτης, 1993) με βραβευμένα διηγήματα του περιοδικού Ρεύματα.

Ιστοσελίδα: Έλευσις, ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίαςhttps://loukopk.wordpress.com

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s