Ολβία Παπαηλίου

Το Μπουνάντ*

Όταν πέθανε η Τάντε Γκερντ (που την έλεγαν θεία, παρότι ήτανε μονάχα, ορισμένως, απόμακρη συγγένισσα της μάνας τους, της χαρωπής Ίνγκερ Γιοχάννε), ο γιός κι η κόρη της θα βρίσκονταν να είναι αποδέκτες ενός ιδιαίτερου καπρίτσιου, μίας ιδιοτροπίας της μοίρας, που φαινότανε να έχει για σκοπό της να τους ευεργετήσει.
Δεν είχανε γνωρίσει τη γυναίκα αυτή, που έξαφνα φερότανε να είναι ο Άγγελος Φευγάτος, ο προστάτης των παιδιών μίας γυναίκας που, έχοντας αφήσει τα πάτρια εδάφη της Νορβηγίας, παρέμενε καθ’ όλα στωική, πενήντα τόσα χρόνια στην Αγγλία: να επιμένει στην προετοιμασία του καφέ, σνομπάροντας καλόβολα το τσάι (προς μερική απογοήτευση του άντρα της) και να ψωνίζει ωμό σολομό, που τον μαρίναρε ολόκληρο μερόνυχτο σ’ έναν τάφο αλατοζάχαρης, με γενναιόδωρα βοηθήματα από μπουκέτα άνηθο. Τρελαίνονταν και όλα τα παιδιά της γειτονιάς με τα ξεσκέπαστά της σάντουιτς, κι αυτό πάντα βοηθάει –σκεφτότανε η κόρη της, η Μάρεν–, όταν, μικρή ακόμα, καλούσε τ’ άλλα τα παιδιά στα πάρτι Χριστουγέννων. Οι αγγλιδούλες φίλες της λέγαν πως η μαμά της είχε χέρια καλόγνωμα και αγαπούσαν τα τακτικά γλυκάκια σε σχήματα ελατόδεντρων και ξεσκονίστρας, πασπαλισμένα καλοσύνη κι αχνοζάχαρη.
Αυτή η ίδια η Μάρεν τώρα πια θα πλησίαζε ζωή μισού αιώνα πάνω κάτω, με δυο παιδιά δικά της κι έναν άντρα, που πάντοτε τους έκανε χατίρια, αν και αξιοσημείωτα με τάσεις καταναγκαστικής ετεροδιάθεσης. Φορούσε, λέγανε, στο σπίτι παντελόνια ή απλώς φορούσε γενικά τα παντελόνια αλλά με τρόπο θηλυκού αντεροβγάλτη• θέλουμε, δηλαδή, μ’ αυτό να πούμε πως κυνηγούσε κι έσφαζε αγρίμια επί γονάτου, έστω και μεταφορικώς. Τι το αγρίμι, τι τη δασκάλα των παιδιών, αν αδικούσε κάποιο τους σε μια βαθμολογία της προπαίδειας, σε μια απαγγελία ποιημάτων…
Είχε έναν ακραίο χαρακτήρα, τσαπατσουλιά γεμάτη στην κουζίνα, όλα της στο περίπου: μαλλιά στο κόκκινο ξανθό μιας άγριας φράουλας, τα μάγουλά της σ’ ένα χρώμα ποτού Βίκινγκ και τα γαλάζια μάτια της είχανε αποχρώσεις ξενικές, σαν το φωτιστικό οινόπνευμα κι ομοίως αναφλεγόμενα. Κοντολογίς, δεν είχε μοιάσει στη μαμά τη Νορβηγίδα, παρά μονάχα στο χρωστήρα και, ιδιοσυγκρασιακά, δεν πήρε από κανέναν – ούτε της Ίνγκερ της Γιοχάννε τη γλυκάδα ούτε το χαρακτήρα του κυρίου Φ. Αναφέρονταν έτσι στον πατέρα τους, σ’ ένδειξη σεβασμού, οικογενειακώς• το είχε επιβάλει η Νορβηγίδα, ξένα τα ήθη της, γελάγαν οι γειτόνισσες με τέτοιο σεβασμό, πράγμα πρωτάκουστο εις την ευρεία γειτονιά τέτοια ανδροσέβεια.
Πάντως η Μάρεν, γενικά, επικροτούσε και τη μαγειρική μα και τα ήθη της μητέρας της• προσπάθησε να μάθει να μαρινάρει σολομό, να φτιάχνει τις ψαρόσουπες με κρέμα και ν’ αποφεύγει κάποια είδη ψαρικών, μην τάχα κι είχαν φάει κάποιονε θαλασσοπνιγμένο του σογιού του εκτεταμένου από πλευράς μητρός, Θεός φυλάξοι! Αλλά πιστή σε μια αισθητική που παιδιόθεν της γέμιζε τα μάτια με καρδούλες, με βούλες, με κεντήματα και με πετσέτες της κουζίνας, προσόψια, σεντόνια, πάντα είδη προικός με απλικαρισμένα τα μοτίβα μίας παλιάς πατρίδας της μαμάς της, κουρτίνες ασπροκόκκινες, πιάτα, παραπιατάκια, κανάτες του καφέ και φλιτζανάκια στα έντονα τα χρώματα για να φεύγει η λύπη, όλα στο σπίτι της παιδικής της ηλικίας της φαίνονταν της Μάρεν για παυσίλυπα.
Όταν πια είχε παντρευτεί, πλήρωσε η μάνα της για να τους στείλει μήνα του μέλιτος στο Ο… κι εκεί πέρα, τους ζήτησε να πάνε σε μια διεύθυνση, Αρτιλεριγκατάν ή κάτι τέτοιο, να δώσουν γνωριμία στην Τάντε Γκερντ, τη φίλη της από μακρά πορεία. Η Μάρεν και ο σύζυγος πήγαν στο μέρος με τα έξοδά τους πληρωμένα, ήπιαν νορβηγικά πιοτά, κάψανε ξύλα (νοργουίτζιαν γουντ, όπως λέγαν οι Μπητλς) και μία μέρα πριν να φύγουν πάλι περάσανε κι απ’ την Αρτιλεριγκατάν ή κάπως έτσι. Κι εκεί χτυπήσανε της Τάντε το κουδούνι, που έγραφε κάτι σαν Γκέρντα Γκράιπ.
Τους άνοιξε μία ψηλή, για τα γεράματα, γυναίκα με μύτη αητού, ξεθωριασμένα βλέμματα από τον καταρράκτη, και η Μάρεν ένιωσε πρώτη φορά την αγκαλιά της θάλασσας να τη σφιχταγκαλιάζει σαν τον αέρα παγωμένη και ελεήμων σαν το φιλί πριν από τη λιγοθυμία, την προκαλούμενη από τη πτώση των βαθμών θερμοκρασίας, που είχε αρχίσει να μειώνεται απαλά – υποθερμία χώθηκε στο αίμα της, ξεχάστηκε και άκουσε την Τάντε της, τη Γκερντ, να λέει «μου μοιάζεις».
Ήτανε μια σύντομη συνάντηση. Θα ήθελε, χρόνια αργότερα, η Μάρεν, να ήταν δυνατόν να πει ότι καθίσαν κι άλλο, ότι έφυγε το αεροπλάνο τους, ενώ αργοπορούσανε στης θείας Γκερντ την κουζινίτσα, σε κείνο το ελάχιστο διαμέρισμα, που μύριζε αλάτι απ’ τα νησιά Λοφούτεν. Μα δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Ήπιανε βιαστικά έναν καφέ κι αποχωρίσανε• τους έφερνε μια κάποια αμηχανία το βλέμμα της κυρίας, που δεν έβλεπε καλά και ούτε είχανε κοινούς ανθρώπους, μια γλώσσα στο περίπου – η Μάρεν ήξερε τουριστικά νορβηγικά, να παραγγείλει ένα ποτό, που λέει ο λόγος, ένα πάκο καπνό, τίποτε τέτοια. Φαντάσου πια την έκπληξη, όταν πες δέκα χρόνια ή περίπου τόσο αργότερα, πεθαίνει η Τάντε Γκερντ, κι αποκαλύπτεται πως η μαμά τής Μάρεν, της ξενιτιάς η τρόφιμη Ίνγκερ Γιοχάννε, είχε μια σθεναρή αλληλογραφία με την ξαδέλφη Γκερντ: δυο γράμματα την έκαστη βδομάδα να στέλνει, να λαβαίνει άλλα δύο. Και ότι η Τάντε Γκερντ έχει αφήσει εκείνο το σπιτάκι το ελάχιστο στη Μάρεν, με όλα τα συμπράγκαλά του, «όπως που ευρίσκονται», σαν το παλιό μουσείο μιας αγάπης που ποτέ δεν ευοδώθηκε.

*παραδοσιακή γυναικεία νορβηγική στολή.

Απόσπασμα

Artwork: Igor Samsonov

Η Ολβία Παπαηλίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Συμβουλευτική και Αναλυτική Εικαστική Ψυχοθεραπεία στα πανεπιστήμια του Σέφηλντ και του Ληντς, και ειδικεύθηκε στην έρευνα της Εικαστικής Ψυχοθεραπείας. Ζει και εργάζεται στο Γιόρκσηρ. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχει συμμετάσχει στο συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT (CRAFT II, μικρές εκδόσεις, 2015). Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μόνιμο Ύδωρ-Ζωντανό Νερό (Οδός Πανός, 2013).

Iστοσελίδα: at the corner of Grace and Rapture way – https://olviapapailiou.wordpress.com

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s