Σοφία Περδίκη


Η ΓΙΟΡΤΗ
Το δείπνο ήταν έτοιμο.

Στο τραπέζι η φορμάικα έχασκε αφηρημένη.

Σερβίραμε σε χάρτινα πιάτα την καυτή σούπα
τα νερόβραστα λαχανικά μας
πάφλαζαν υπόκωφα επιχρωματίζοντας το μωσαϊκό
οι κάνουλες άνοιξαν, έρεε άφθονο το ιριδίζον νερό το μεθυστικό
σε ακραία φιλιά ενθουσιασμού πνίξαμε τον εφευρετικό μας χημικό
και γδάραμε τη γούνα της γιατρού
που έπασχε από χρόνια έλλειψη ενθουσιασμού.

Κάποιοι λεπτεπίλεπτοι καλεσμένοι
ακούσαμε πως θρυμματίστηκαν ανεβαίνοντας τις σκάλες
ενώ κάποιοι άλλοι που ζούνε μόνο τα καλοκαίρια
τοποθετήθηκαν μαζί με τα παλτά τους στην κρεμάστρα του φωταγωγού.

Μείναμε λίγοι σ’ αυτήν τη γιορτή.

Περάσαμε στο σαλόνι κι ακούσαμε τη μαγική αυλή
ο καθένας μόνος του έπιασε μια γωνιά, ένα πεζούλι, μια κορομηλιά.
Καπνίσαμε την πίπα του πολέμου
και η γριά του υπογείου, που πάντα πίστευε ότι ένα νέφος
θα μας πνίξει όλους κάποτε, αλάλαζε εκστατικά.

Χορέψαμε τόσο ξέφρενα!

Το λάδι κανείς δεν το έριξε πάνω στη φωτιά.
Καήκαμε ολοσχερώς από μόνοι μας.
Όταν ο σωρός από τα πούπουλα μαζεύτηκε στο χαλί
–πάντα μας διέκρινε η έλλειψη προνοητικότητας–
είπαμε με τρεις φωνές βαρύτονες: Ήρθε η ώρα να φύγουμε.
Κλείσαμε την πόρτα.
Παταγωδώς
και
Αμετακλήτως
Πίσω μας.

ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ
Στα χρόνια της μεγάλης παραλυσίας
περάσαμε εκατοντάδες ώρες
πάνω στο μεγάλο σκανδιναβικό τραπέζι.
Ατελείωτες οι μέρες της πνευματικής εξάσκησης και της ψυχαγωγίας.
Ψάχνοντας διακαώς
με τη φωτιά και τον σίδηρο παραμάσχαλα
να βρούμε τον χρυσό κανόνα που διέπει όλα τα παιχνίδια
ανακινήσαμε δυνατά το πρασινωπό πουγκί
ακούστηκαν κροταλισμοί
τα πιόνια πετάξαμε, ατάκτως ερριμμένα.
Οι πιο τυχεροί από εμάς σχημάτισαν εφτάστερες προτάσεις,
οι οποίες με τη σειρά τους
καταγράφηκαν στο τεφτέρι των αναμνήσεων.
Πολλοί πόντοι, συμφυείς του ιλίγγου
που δημιουργεί η συνουσία με τη νίκη
εξαργυρώθηκαν
και οι αναμετρήσεις τυπώθηκαν
αποσαφηνισμένες
πάνω στον σταυρό, ανάμεσα στις λέξεις.

Το τι επακολούθησε μετά δεν θα το πούμε εμείς.
Η κρίση μας είναι θολή
εφάμιλλη ενός σπασμού που από μόνος του
δεν λέει απολύτως τίποτα.
Το ατύχημα συνέβη.
Υπήρξε σύγχυση των λειτουργιών και απώλεια των αισθήσεων.

Ένα ρουά ματ θυμάμαι είχες πει εσύ
την ώρα που ξετύλιγα το κόκκινο πανί.
Τώρα μιλούν οι συνοδοί
στη μοναδική γλώσσα που ξέρουν• ας πουν
Αυτόκλητοι ήρθαν
ως νοσοκόμοι εθελοντές
κι ανέλαβαν την απογευματινή βόλτα μας στο πάρκο.
Η φύση γύρω πάντως
ακόμα κι από τη θέση της καθήλωσης
παραμένει συγκλονιστική.

Artwork:Ingrid dee Magidson

Η Σοφία Περδίκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών «Βακαλό» και στη Σχολή Καλών Τεχνών «L’ École des Beaux-Arts de Saint-Étienne». Το εικαστικό της έργο έχει παρουσιαστεί σε ατομικές και σε ομαδικές εκθέσεις. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, καθώς και στο συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT (μικρές εκδόσεις, 2015).

Iστοσελίδα: Στη μεγάλη πόλη των λέξεων –
https://sofiaperdiki.wordpress.com/

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s