Στέλλα Δούμου

ΖΗΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ
Μου λες: φύτρες βαμμένες θάλασσα
και πεταλίδες από κιμωλία
να, γι’ αυτό δε σε πιστεύω.
Γιατί σε υψίστης σημασίας ροδίτη
βουτάς ξινό ψωμί
και ύστερα με μια σάρκα φωνή
σπας όλo το καλοκαίρι στο πιάτο μου
κι εξαφανίζεσαι.
Στης πόλης τα μαγνητισμένα σκοτάδια
βγάζω το κεφάλι μου έξω απ’ το παράθυρο
και ακολουθώ από μνήμης το φεγγάρι.
Άλλο, όχι, δεν κάνω. Μόνον αυτό.
Κι αν με ρωτάς πώς και δεν έμαθα να πλέκω επιστροφή
είναι που πάντα σκοντάφτω σε κείνο το σημείο
σ’ εκείνο το πεταλίδες από κιμωλία.

Σημασία έχει σε τι διαφέρουμε, Λοβ.
Και διαφέρουμε στο ζην επικινδύνως.

Από τη συλλογή Έρως Αρόδο

ΟΙ ΤΑΠΙΣΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΩΝ
Θέλω να σας μιλήσω για τ’αγαπημένα μου χρώματα.

Aυτά που έσταξαν από το αίμα του τελευταίου αηδονιού του Παραδείσου.
Ήταν λιποτάκτης των ροδώνων, κι έτσι, το κόκκινο που έτρεξε δεν ήταν ακανθώδες, ήταν εκλεπτυσμένο μα άνευρο χωρίς τη βαρύτητα του βελούδου. Είχε λιποτακτήσει κι από τον ουρανό, γι’ αυτό και τα κυανά το απαρνήθηκαν κρύβοντας όλα τα υπεριώδη τους. Τόσο που ο ουρανός ξερνούσε αυλαίες από νόθο πράσινο κι αψέντια στα νερά. Σιγά-σιγά τρελάθηκε. Μέχρι που σφάχτηκε από Έρωτα για τον Θεό των ανείπωτων χρωμάτων. Σφάχτηκε με το ράμφος του σε μια σπηλιά, στα βάθη της Κιργιζίας. Kαι ήμουν ο μόνος μάρτυράς του. Μάζεψα το παράξενο αίμα του κι έβαψα τα μάτια μου. Από τότε, πίνω πολύ, κοιμάμαι λίγο και διαβάζω μόνο στον κιργιζιανό κώδικα τυφλών.

Όταν χρειαστεί να υφάνω, απλώς κλαίω, και το σχέδιο συμβαίνει.

Από τη συλλογή Το άλογο που έγραφε

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ ΣΕ ΗΧΟ ΠΛΑΓΙΟ

Είναι ιστορίες που άρχισαν μεσάνυχτα σε κρεβάτια από σκόνη.
Είναι μέλη από κύματα, δάχτυλα-ειδύλλια, χείλη-μολότοφ, δρόμοι ψιθύρων σε σπείρα ωτική, είναι η χαμένη τιμή του αμύγδαλου, είναι το χι απ’ το χώμα που σταυρώνει το υνί. Είναι του Αδάμ το καπρίτσιο μήλο, είναι λαγόνων το εξάσφαιρο τέχνασμα, είναι που κοιμάται στην ήβη μονόλιθη Άνοιξη. Είναι των καρπών το αλάτι που τυραννόσαυροι άγιοι το γλείφουν και άλογα. Είναι έλη τον Αύγουστο. Είναι τέλη προκρούστεια. Ρε, μια σφαγή είναι!
Ψάλλε:
Είναι πετονιές από γλώσσες που κόψανε στήθη στο credere
Είναι τα ανάδελφα έθνη ερωταποκρίσεων
Είναι τα σκισμένα ευαγγέλια των φύλων
Είναι οι κιλλίβαντες που ονειρεύονται σώματα πεθαμένα από ζάχαρη
Είναι οι ατμοί που εκβάλλουν τα σκέλια της νύχτας στο κεφάλι σου μέσα
προτού εκπνεύσει από κάτοικο έρωτα.
Στο εσώρουχο η σάρκα ραμμένη
μαγγανεία από καύλα την λες, και χλομιάζεις.
Τι χλομιάζεις; Στην κηδεία θα απολαύσεις την ώχρα.
Τώρα, χόρευε!

Artwork: Anne Siems

H Στέλλα Δούμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει και συνεχίζει να δημοσιεύει σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους της ομάδας CRAFT (Γαβριηλίδης, 2013/ μικρές εκδόσεις, 2015) και έχει συμμετάσχει στην περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου dip generation (Θράκα, 2016). Εργογραφία: Ποίηση – Χαμηλές Οκτάβες (Φαρφουλάς 2013, Α´ βραβείο Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός 2012), Έρως αρόδο (Κουκούτσι, 2015), Χρονορυχείο (Θράκα 2017).

Ιστοσελίδα: Ψυχοναύτεςhttps://doumoustella.wordpress.com/

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s